Σελίδες

23 Νοεμβρίου 2010

Με πυξίδα το δημόσιο συμφέρον

Του Παναγιώτη Τσιάλα

Η στιγμή της αλήθειας έφτασε. Συζητείται σήμερα, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η συνταγματικότητα του νόμου 3845/2010, στον οποίον προσαρτώνται ως Παραρτήματα τα δύο κυριότερα μέρη του Μνημονίου Συνεννόησης. Και το ερώτημα είναι το εξής: είναι ή δεν είναι συνταγματικός ο νόμος που περικόπτει μισθούς και  ψαλιδίζει συντάξεις με νομιμοποίηση 151 ψήφων; Ο νομικός κόσμος της χώρας αδημονεί για τη θεμελίωση της νομικής κρίσης του Δικαστηρίου, την ίδια στιγμή που ολόκληρη η ελληνική κοινωνία δαγκώνει ανήσυχα τα χείλη της, περιμένοντας να ακούσει τί θα συμβεί με το ροκανισμένο της εισόδημα. Μετέχοντας τόσο του νομικού κόσμου, όσο και της ελληνικής κοινωνίας, αγωνιώ και για τα δύο.

Σήμερα όμως, θέλω να αναφερθώ στην περιβόητη Δίκη και κυρίως στη νομική συζήτηση που ξετυλίχθηκε με περισσή ζωηράδα κατά το τελευταίο στάδιο της προδικασίας.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από την έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών προς το ΣτΕ, παρατηρεί κανείς ότι το μεγαλύτερο μέρος της είναι αφιερωμένο...

...στο ιστορικό της οικονομικής πορείας της Ελλάδας, ενώ ένα μικρό μόνο κομμάτι της αναφέρεται στη νομική επιχειρηματολογία. Μάλιστα, οι λιγοστές νομικές αναφορές της εκθέσεως, όζουν έντονα πολιτικών κρίσεων με μια ισχυρή δόση δημοσιονομικής επιχειρηματολογίας. Παραθέτω αποσπάσματα των εκτιθέμενων νομικών ισχυρισμών: 

«οι ρυθμίσεις των νόμων 3833 και 3845/2010 συνιστούν δίκαιο έκτακτης ανάγκης θεσπισμένο για την προστασία του εθνικού συμφέροντος και ειδικότερα για την προστασία της ελληνικής οικονομίας από την κατάρρευση και τη διασφάλιση χρηματοδοτήσεως των δημόσιων πολιτικών στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης»

 «[τα οικονομικά μέτρα που επιβλήθηκαν ήταν] απολύτως αναγκαία, διότι αν δεν είχαν ληφθεί, είναι πλέον βέβαιο ότι θα υπήρχε αδυναμία πληρωμής μισθών και συντάξεων» 

«τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα αφού συμβάλλουν άμεσα στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και συνδυάζονται με ευρύ δανεισμό υπό όρους σαφώς καλύτερους εκείνων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, ενώ είναι τα ηπιότερα δυνατά, ενόψει των καταστροφικών επιπτώσεων οιασδήποτε άλλης πολιτικής επιλογής»

Με άλλα λόγια, το Υπουργείο ζητεί από τους δικαστές να αναγνωρίσουν ή να απορρίψουν ότι χάρη στα οικονομικά μέτρα που έλαβε η Κυβέρνηση, προστατεύεται το εθνικό συμφέρον, διότι επιτυγχάνεται η διασφάλιση χρηματοδότησης των δημόσιων πολιτικών. Συγχρόνως, καλείται το Δικαστήριο να κρίνει, αν η μη ψήφιση του νόμου θα είχε προκαλέσει αδυναμία πληρωμής μισθών και συντάξεων, ενδεχόμενο που -εφόσον διαπιστωθεί- θα πρέπει εν συνεχεία να καταταγεί από τους δικαστές, είτε στις πράξεις που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, είτε σε εκείνες που το αντιστρατεύονται. Τέλος, για να εκδώσει απόφαση το ΣτΕ, θα πρέπει –σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης- να εκτιμήσει, αν η άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών (με στόχο τον ευρύ δανεισμό υπό ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με εκείνους της χρηματοπιστωτικής αγοράς) είναι το ηπιότερο δυνατό μέσο, ακόμα δε περισσότερο θα πρέπει να προβεί -και αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό κομμάτι του δικογράφου- στη «νομική» διαπίστωση, ότι οποιαδήποτε άλλη πολιτική επιλογή (π.χ. η αντιμνημονιακή πρόταση κάποιου άλλου πολιτικού κόμματος) θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις για τη χώρα. 


Κατόπιν αυτού, δεν εκπλήσσομαι καθόλου από το πνεύμα που διέπει την Εισήγηση  του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως, η οποία αν συνδυαστεί με την έκθεση του Υπουργείου, μάλλον προσομοιάζει με πολιτική συζήτηση για το πώς πρέπει να βαδίσει η χώρα, παρά με θεμελίωση μιας αυστηρά νομικής κρίσης. Ιδού ορισμένα αποσπάσματα:

«το δικαίωμα στη σύνταξη και στο μισθό προστατεύεται, ως περιουσιακό δικαίωμα […]. Ο περιορισμός, όμως, του δικαιώματος αυτού με τις περικοπές που θεσπίζονται […] δικαιολογείται από υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος που ανάγονται στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος και του εξωτερικού χρέους της χώρας, ενόψει και των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα στα πλαίσια της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης»

«ελήφθησαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, η οποία είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της»

«προκύπτει ότι οι συντάκτες του[νόμου] είχαν πλήρη επίγνωση των συνεπειών από τη μείωση των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και των καταβαλλομένων στους συνταξιούχους παροχών, για το λόγο δε αυτό θεσπίζεται μεν η μείωση αυτή, λαμβάνεται, όμως, πρόνοια ώστε οι προκύπτουσες μετά τη μείωση αυτή αποδοχές και συντάξεις να διατηρούνται σε βιώσιμα επίπεδα. Συνεπώς, οι επίδικες ρυθμίσεις, με τις οποίες επέρχεται επέμβαση σε περιουσιακά δικαιώματα, δεν εμφανίζονται καταρχήν αντίθετες με την αρχή της αναλογικότητας»

Έχω την αίσθηση ότι, το αν παραβιάζονται ή όχι οι διατάξεις του Συντάγματος δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τις εισηγήτριες, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εισήγησης, το Σύνταγμα μπορεί κατά περίπτωση να υποκαθίσταται από το δημόσιο συμφέρον. Κρίσιμη εν προκειμένω είναι η γνώμη των δικαστών ως προς το τι συνιστά δημόσιο συμφέρον και τι όχι, αφού ακόμα και το Υπουργείο ζητεί από αυτούς να τοποθετηθούν αρμοδίως. Λες και το Σύνταγμα, το οποίο κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα, δεν εκφράζει το δημόσιο συμφέρον.

Ειλικρινά, δεν φαντάζεστε πόσο πολύ επιθυμώ να κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος που μεταφέρει το Μνημόνιο, με αιτιολογικό την αντίθεσή του στο δημόσιο συμφέρον. Θα διασκεδάσω απεριόριστα με τις επακόλουθες οργισμένες καταγγελίες των κυβερνητικών βουλευτών περί «Κράτους Δικαστών»…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου