Τώρα που μπήκε ο νέος χρόνος, η νέα δεκαετία (σύμφωνα με τη συμβατική στρογγυλοποίηση για λόγους ευκολίας τουλάχιστον), κύλησαν 100 ημέρες από την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και, σε γενικές γραμμές, έχουν βγει τα καλαντάρια για απολογισμούς και κατευθύνσεις για τη συνέχεια, ας υπολογίσουμε πόσος χρόνος έχει κυλήσει από την εσωκομματική αναμέτρηση στην αξιωματική αντιπολίτευση κι ας αναλογιστούμε τι γεύση μας άφησε η νέα προεδρία της ΝΔ. Εϊτε ως φιλελεύθεροι είτε ως Έλληνες, αν προτιμάτε.
Γυρνώντας πίσω λοιπόν, θυμάται κανείς τον κ. Σαμαρά να προσπερνά οιανδήποτε ιδεολογική αναζήτηση λέγοντας απλώς πως ιδέες υπάρχουν, κάπου βαθιά χωμένες στα σεντούκια της Ρηγίλλης υποθέτω, καθώς μιλούσε για ''ιδεολογικό αφοπλισμό'' από την Αριστερά. Εν ολίγοις, ο διάδοχος του κ. Κώστα Καραμανλή στο αξίωμα τον διαδέχθηκε εν μέρει και σε φιλοσοφία: επί της ουσίας κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει, εκεί που η παράταξη υστερεί είναι στο επικοινωνιακό, καθώς ''τόσον καιρό κρύβαμε την ιδεολογία μας''. Κατόπιν πιέσεως των πέντε νταβατζήδων, να μαντέψω.
Κι εκεί που το κλισέ ''όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν'' πήγαινε εκ νέου να επιβεβαιωθεί, έρχεται στο προσκήνιο το ζήτημα της ψήφου των μεταναστών. Όπου πράγματι κάτι άλλαξε χωρίς να μείνει καθόλου το ίδιο: ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, που 5,5 χρόνια τώρα είχε απωλέσει κάθε έννοια ριζοσπαστισμού κι ήταν φιλελευθερισμός της αδράνειας, της συντήρησης των παθογενειών και της πλήρους απουσίας συγκρούσεων (νεοκαραμανλισμός αντί καραμανλισμού), χάνει τώρα και κάθε έννοια φιλελευθερισμού.
Βάζοντας μια κινδυνολογία (οι αμμουδιές του Αιγαίου θα γίνουν αίφνης το ''Λητώ'' των κατατρεγμένων, περισσότερο απ'ότι είναι) πάνω από τα ανθρώπινα δικαιώματα δεκάδων χιλιάδων παιδιών, περιφρόνησε ανενδοίαστα μια τεράστια, καταφανώς αδικημένη κοινωνική ομάδα. Ποιος μίλησε για κοινωνικό φιλελευθερισμό και μέριμνα υπέρ των ασθενεστέρων; Ας πάνε να πνιγούνε, εφ'όσον δεν είμαστε ικανοί να περιφρουρήσουμε τα σύνορά μας.
Και ποιος μίλησε για φιλελευθερισμό, όταν αρνούμαστε σε τόσα άτομα που ζουν στη χώρα και συμβάλλουν τα μέγιστα στην οικονομική και την πολιτιστική της ανάπτυξη το στοιχειώδες πολιτικό δικαίωμα; Δικαίωμα για την κατοχύρωση του οποίου οι φιλελεύθερες παρατάξεις δεν έπαψαν να αγωνίζονται από τα χρόνια του Διαφωτισμού.
Ο άνθρωπος και η αξία του, η προσωπικότητα και η ελευθερία της (πολιτική και οικονομική) είναι οι σπουδαιότερες αρχές του φιλελευθερισμού διαχρονικά: βάζοντας την ασφάλεια πάνω από την ελευθερία, δεν αξίζεις καμιά από τις δύο όπως θα έλεγε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος. Πολλώ δε μάλλον, βάζοντας τον ψευδεπίγραφο φόβο απώλειας της ασφάλειας ορισμένων πάνω από την πραγματική καταπίεση της πολιτικής ελευθερίας ορισμένων άλλων.
Διότι ας μην αυταπατώμαστε: σε χρόνους πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, την οικονομική ασφάλεια και ελευθερία και τη στάθμισή τους εν πολλοίς τις ρυθμίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν όχι η ευρωπαϊκή αγορά, η οποία αναμφιβόλως ρυθμίζει το πόσοι μετανάστες μάς επιλέγουν ως τελικό προορισμό. Εκείνο που παραμένει στα χέρια του εθνικά κυρίαρχου κράτους (και που αποτελεί το στοιχείο που δίνει νόημα στην εθνική κυριαρχία, που αλλιώς θα ήταν απλώς το κούφιο μέσον διαιώνησης εν μέρει τεχνητών διαχωριστικών γραμμών) είναι η εγγύηση της πολιτικής ελευθερίας όσο το δυνατόν πάνω από το κοινοτικό minimum.
Η πολυφωνία, η συμμετοχή, η ατομική πρωτοβουλία και ο συγκερασμός της ατομικής πρωτοβουλίας με την αλληλεγγύη: στόχοι αλλά και προκλήσεις για το φιλελευθερισμό. Πόσο μακριά τους κρατάει από την κοινωνία μας η στείρα άρνηση του δικαιώματος του εκλέγειν σε μια ευρεία και παραγωγική κοινωνική ομάδα;
Δίνοντας την απάντηση, αποκρινόμαστε και στο ερώτημα κατά πόσον ο νέος πρόεδρος της ΝΔ πρεσβεύει όντως το ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό...
Το να πληρώνουν οι πλούσιοι περισσότερα και οι φτωχοί λιγότερα ή και τίποτα είναι η πεμπτουσία της αριστερής φορολογικής πολιτικής. Μία τέτοια πολιτική έχει χρόνια, αν όχι δεκαετίες, να εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Αποτελεί ευχάριστη είδηση λοιπόν το νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη φορολογία γονικών παροχών, κληρονομιών και δωρεών.
Η φορολόγηση κληρονομιών και γονικών παροχών αποτελεί από μόνη της ένα σημείο έντονης τριβής μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Για τους φιλελεύθερους το να μπορείς να αφήνεις την περιουσία σου όπου εσύ κρίνεις σκόπιμο είναι απαραίτητο συμπλήρωμα του κομβικού για τον καπιταλισμό δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Απεναντίας, για την Αριστερά και το μαρξισμό η κληρονομιά διαιωνίζει τις κοινωνικές ανισότητες και καταστρατηγεί στην πράξη την περίφημη ισότητα ευκαιριών. Τι ισότητα ευκαιριών υπάρχει όταν ο γόνος μιας πλούσιας οικογένειας κληρονομεί μυθικά ποσά ενώ ο γόνος μιας φτωχής οικογένειας δεν κληρονομεί τίποτα; Γι’ αυτό και η Δεξιά είναι εναντίον της φορολόγησης των κληρονομιών ενώ η Αριστερά υπέρ. Στο παρελθόν μάλιστα αριστερές κυβερνήσεις είχαν επιβάλει τεράστιους φόρους στις κληρονομιές που έφταναν και το 90%.
Αυτή η πρωταρχική αντίθεση στις μέρες μας έχει ατονήσει. Είναι πλέον δεδομένο στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες ότι θα υπάρχει ένας φόρος στις κληρονομιές και τις γονικές παροχές αλλά θα είναι λελογισμένος. Το πρόβλημα με την Ελλάδα ήταν μέχρι πρότινος ότι παραήταν λελογισμένος. Για την ακρίβεια ο φορολογικός συντελεστής ήταν μόλις 1% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου είτε αυτό το ακίνητο βρισκόταν στη Γλυφάδα είτε αυτό βρισκόταν στην Ηλιούπολη είτε στο Περιστέρι είτε στο Δεσποτικό Ιωαννίνων. Υπήρχε και ένα εξευτελιστικά χαμηλό αφορολόγητο: μόλις 95.000 ευρώ.
Η κυβέρνηση κατ’ αρχάς αυξάνει το αφορολόγητο στις 150.000 ευρώ, το οποίο σημαίνει ότι πολλοί ιδιοκτήτες δε θα πληρώνουν καθόλου φόρο πλέον. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αυξάνεται ο φόρος που θα πληρώνουν οι ιδιοκτήτες μεγάλης αξίας ακινήτων. Για τα ακίνητα αξίας άνω των 800.000 ευρώ, ο συντελεστής πάει πλέον στο 10%. Βάσει των πινάκων που δημοσιεύουν σήμερα οι κυριακάτικες εφημερίδες, κάποιος με σπίτι στη Φιλοθέη, που μέχρι σήμερα πλήρωνε 4.300 ευρώ, ο φόρος, αν συνυπολογιστεί και η αύξηση των αντικειμενικών αξιών που αναμένεται για το Μάρτιο, θα φτάσει τα 24.750 ευρώ, δηλαδή ένα σχεδόν εξαπλάσιο ποσό. Η αύξηση των αντικειμενικών αξιών μπορεί βέβαια να περιορίσει τα οφέλη των ιδιοκτητών χαμηλής και μεσαίας αξίας ακινήτων, αν και για κάποιους ο φόρος θα είναι πλέον μηδενικός έτσι κι αλλιώς.
Η πολιτική αυτή ας ελπίσουμε πως αποτελεί ένδειξη και για τη κατεύθυνση της φορολογικής μεταρρύθμισης. Μαζί με την πάταξη της φοροδιαφυγής, αποτελούν πολιτικές απαραίτητες για την επίλυση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας, την οποία δεν πρέπει να πληρώσουν πάλι τα συνήθη υποζύγια αλλά οι κατέχοντες. Επιτέλους, σε αυτή τη χώρα πρέπει να γίνει μια πιο δίκαιη κατανομή των βαρών και να κληθεί η ολιγαρχία του πλούτου να συνεισφέρει και αυτή αυτό που όντως της αναλογεί. Ένα πρώτο βήμα γίνεται με αυτό το νομοσχέδιο.
Επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τη φυσιογνωμία της Ε.Ε., ο δεύτερος ομιλητής της εκδήλωσης και πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, κύριος Λ. Τσούκαλης, στάθηκε ιδιαιτέρα στο «Γιατί» και στο «Μετά» της Ένωσης. Σύμφωνα με τον κ. Τσούκαλη, η Ε.Ε. δεν είναι ούτε ένα «δυνητικό εθνικό κράτος», ούτε ένας «διεθνής οργανισμός» αλλά πρόκειται μάλλον για ένα ιδιάζον πολιτικό μόρφωμα. Το σίγουρο είναι ότι η μακρά πορεία της Ένωσης στο χρόνο, δοκίμασε τις αντοχές της «ομοφωνίας», που ορθώς κρίθηκε ότι δεν μπορεί πλέον να έχει θέση σε ένα διευρυμένο κύκλο 27 κρατών.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΛΙΑΜΕΠ, το βασικό πρόβλημα της Ε.Ε. είναι πως βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα έλλειμμα λαϊκής νομιμοποίησης: ενδεικτική είναι η μειωμένη προσέλευση του κόσμου στις Ευρωεκλογές. Απεναντίας, ζήτημα «δημοκρατικού ελλείμματος», κατά τον κ. Τσούκαλη, δεν τίθεται, διότι η Ε.Ε. είναι μια συνάθροιση δημοκρατικών κρατών, τα οποία συμμετέχουν στις διαδικασίες μέσω δημοκρατικά εκλεγμένων αντιπροσώπων.
Εξάλλου, πριν την Ε.Ε. τα μικρότερα κράτη ήταν ασήμαντοι παίκτες στη διεθνή σκηνή, πράγμα που τα ώθησε στην αναζήτηση ενός αναβαθμισμένου ρόλου στο διεθνές στερέωμα μέσω της ένταξής τους σε ένα ευρύτερο μόρφωμα. Η συγκρότηση μιας ισχυρής Ε.Ε. ευνοούσε άλλωστε και τους στόχους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, οι οποίες ήσαν μέχρι τότε τα μόνα κράτη με ουσιαστικό λόγο στα διεθνή θέματα. Πλην όμως – σημείωσε ο κ. Τσούκαλης - τα τρία αυτά κράτη, τα οποία είχαν και την πρωτοβουλία για τη Λισαβόνα, την τελευταία στιγμή υπαναχώρησαν, με αποτέλεσμα την ανάδειξη γκρίζων φυσιογνωμιών στα νεοθεσπισθέντα κρίσιμα αξιώματα. Έστω και έτσι, όμως, ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ εκτιμά ότι «το θεσμικό πλαίσιο της Λισαβόνας αφήνει τη δυνατότητα στη βαρώνη να μας εκπλήξει, χωρίς όμως να προεξοφλεί μια συγκεκριμένη θετική εξέλιξη».
Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο κ. Τσούκαλης παρουσίασε στο ακροατήριο το στοιχείο εκείνο, που κατά τη γνώμη του αποτελεί τη μεγαλύτερη αντινομία της Ε.Ε. Όπως σημείωσε εμφατικά, από τη μια μεριά οι ραγδαίες αλλαγές στον κόσμο και τα οξύτατα υπερ-κρατικά προβλήματα, όπως είναι η οικονομική κρίση και η κλιματική αλλαγή, επιβάλλουν στα Εθνικά Κράτη να κινηθούν γρήγορα, για να χαράξουν κοινές πολιτικές μέσω της Ένωσης. Από την άλλη μεριά, όμως, η κοινωνική πραγματικότητα στην Ευρώπη παραμένει το Έθνος Κράτος!
Για το κλείσιμο της ομιλίας του, ο κ. Τσούκαλης επεφύλαξε έναν βιτριολικό λόγο για όσους δείχνουν αυστηρά το δάχτυλο στα μειονεκτήματα της Ε.Ε., χωρίς όμως να καταθέτουν ουσιαστική αντιπρόταση. «Υπονοούν την ύπαρξη ενός μέτρου σύγκρισης, το οποίο όμως βρίσκεται μόνο στο μυαλό τους, χωρίς μάλιστα να δείχνουν ποια είναι η εναλλακτική λύση», σημείωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ, κάνοντας μάλιστα λόγο για «αφόρητους λαϊκιστές» και για πρόσωπα που «φοβούμενα την αλλαγή οχυρώνονται πίσω από τα εθνικά τείχη ενός υποτιθέμενου πατριωτισμού».
Ο πρώτος ομιλητής της εκδήλωσης, καθηγητής κύριος Παναγιώτης Ιωακειμίδης, παρουσίασε στο ακροατήριο τα βασικά σημεία της Συνθήκης της Λισαβόνας, συγκρίνοντας τις ρυθμίσεις της με εκείνες του απορριφθέντος Ευρωσυντάγματος και καταθέτοντας μια κριτική αποτίμηση αυτών. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η συνθήκη της Λισαβόνας, ενσωματώνει το 90-95% των ρυθμίσεων του Ευρωσυντάγματος, δηλαδή δεν το τροποποιεί ουσιαστικά, με τη διαφορά ότι δεν καταργεί τις προηγούμενες 5 βασικές «ιδρυτικές» συνθήκες και επιπλέον δεν παίρνει την ονομασία «Σύνταγμα». Όπως εκτιμά ο κ. Ιωακειμίδης, με τη Λισαβόνα τερματίζεται μία μακρά περίοδος θεσμικών μεταρρυθμίσεων στην Ε.Ε. και στην ουσία επιλύεται οριστικά το θεσμικό ζήτημα της Ένωσης για τα επόμενα (αρκετά) χρόνια.
Στόχος της Λισαβόνας, υποστηρίζει o καθηγητής, είναι να συνδυάσει την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας μιας ολοένα διευρυνόμενης και γι’ αυτό βραδυκίνητης Ε.Ε. με την αναβάθμιση των δημοκρατικών διαδικασιών εντός της και την καταπολέμηση του δημοκρατικού ελλείμματος. Τούτο δε επιτυγχάνεται μέσω μιας σειράς θεσμικών μεταβολών και καινοτομιών, χαρακτηριστικά παραδείγματα των οποίων είναι η δημιουργία θέσεως Υπάτου Εκπροσώπου της Ένωσης αλλά και σταθερού Προέδρου της συνόδου κορυφής, η συγκρότηση Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης ως οιονεί διπλωματικής υπηρεσίας της Ε.Ε., η αναβάθμιση του ρόλου του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (διαδικασία συναπόφασης), αλλά και των Εθνικών Κοινοβουλίων (αρχή της επικουρικότητας), καθώς επίσης και η αντικατάσταση σε πολλά θέματα της απαιτούμενης ομοφωνίας, για τη λήψη απόφασης, από την νεοεισαχθείσα ειδική πλειοψηφία του 55% των κρατών που να αντανακλούν το 65% του πληθυσμού. Μάλιστα, ο κ. Ιωακειμίδης, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην για πρώτη φορά θεσπισθείσα ρήτρα εθελουσίας εξόδου από την Ένωση, σημειώνοντας με νόημα πως είναι «ευτυχές» το γεγονός ότι απαγορεύτηκε θεσμικά η εκδίωξη κράτους από την Ένωση.
Κλείνοντας, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπογράμμισε τα δύο βασικά μειονεκτήματα της συνθήκης, τα οποία -κατά τη γνώμη του- εντοπίζονται: αφενός στην απουσία ενός κεντρικού οράματος για το μέλλον, ικανού να ξυπνήσει τον ενθουσιασμό των Ευρωπαίων, και αφετέρου στο καθεστώς περισσοτέρων του ενός προέδρων που εισάγει η Λισαβόνα, δημιουργώντας υποψίες για μελλοντικούς τριγμούς και εσωτερικές έριδες. Ως προς τα δύο αυτά σημεία – υπογραμμίζει ο κ. Ιακειμίδης - γεννώνται εύλογα ερωτήματα, στα οποία μόνον η πρακτική των επόμενων χρόνων («the events») μπορεί να δώσει απαντήσεις.
Η περιβόητη δεξιά στροφή της Νέας Δημοκρατίας επιτέλους ήλθε. Την περιμέναμε εναγωνίως είναι η αλήθεια αφού είχε προαναγγελθεί μήνες πριν. Ο Αντώνης Σαμαράς λοιπόν εναντιώνεται στο νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τους μετανάστες. Κατά την άποψή του, το νομοσχέδιο αυτό θα αποτελέσει δούρειο ίππο για την αθρόα εισροή μεταναστών στη χώρα μας, αφού θα μπορούν να έρχονται, να κάνουν παιδιά, αυτά να αποκτούν την ιθαγένεια και μετά αναπόδραστα να νομιμοποιούνται και οι ίδιοι. Οι Έλληνες, κατά τον κ. Σαμαρά, είναι λαός και όχι πληθυσμός.
Στο τελευταίο, πέρα από κάποιους εθνομηδενιστές, δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Πράγματι είμαστε λαός. Αυτό που είναι άξιο απορίας είναι γιατί ο κ. Σαμαράς αρνείται τόσο εύκολα και θα έλεγα υπεραπλουστευτικά ότι και τα παιδιά των μεταναστών ανήκουν στον ελληνικό λαό. Κάθε φορά που πηγαίνω στη Ραφήνα για μπάνιο, μία πόλη όπου κατοικούν πολλοί μετανάστες και κυρίως Αλβανοί, παρατηρώ ότι μεταξύ τους - και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία - μιλάνε ανάμεικτα τόσο αλβανικά όσο και ελληνικά. Αν δε έρθουν και μιλήσουν σε εμάς, δύσκολα καταλαβαίνει κάποιος ότι δεν είναι ελληνικής καταγωγής. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες δεύτερης γενιάς άλλωστε που ζουν στην Αμερική. Δεν έχουν χάσει την ελληνική εθνική συνείδηση, πολλές φορές μιλάνε ελληνικά, όχι βέβαια πολύ καλά, αλλά νιώθουν και Αμερικανοί.
Ο λόγος, κατά την άποψή μου, που νιώθουν και Αμερικανοί, είναι ότι η συγκεκριμένη χώρα, μία χώρα με μεγάλο ιστορικό μετανάστευσης, τους έχει προσφέρει πολλά, και κυρίως τους προσέφερε πολλές ευκαιρίες για να ευημερήσουν. Δεν τους απομόνωσε, πολύ περισσότερο δεν τους γκετοποίησε, τους ενσωμάτωσε χωρίς να τους αφομοιώσει όμως, τους χορήγησε και ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα, παίρνοντας ταυτόχρονα κι αυτή πράγματα από αυτούς. Αν όμως στους μετανάστες δώσεις ρατσισμό, τότε ρατσισμό θα πάρεις από αυτούς. Όταν τους απομονώνεις, τότε θα δεις την εγκληματικότητα να αυξάνεται. Κι όταν δεν τους ενσωματώνεις αλλά τους γκετοποιείς, τότε θα θερίσεις θύελλες, τις ίδιες με αυτές που θέρισε η Γαλλία το 2005.
Δε βλέπει λοιπόν ο κύριος Σαμαράς ότι η πολιτική που προτείνει οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε κοινωνικές εντάσεις; Δεν καταλαβαίνει ότι για να νιώσουν αυτοί οι άνθρωποι μέρος του ελληνικού λαού, πρέπει επιτέλους και εμείς να τους αντιμετωπίσουμε ισότιμα και όχι απλώς ως φτηνό εργατικό δυναμικό, που οργώνει τα χωράφια μας, νταντεύει τα μωρά μας, ξεσκατίζει τις γιαγιάδες μας ή κάνει μερεμέτια στα σπίτια μας; Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από αυτούς τους ανθρώπους να απεμπολήσουν την εθνικότητά τους, όπως δε μας αρέσει όταν ακούμε για Έλληνες δεύτερης ή τρίτης γενιάς που ζουν στην Αμερική και δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να δώσουμε ευκαιρίες και προοπτική σε αυτούς τους ανθρώπους, ούτως ώστε να μην αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Να τους δείξουμε ότι αναγνωρίζουμε την προσφορά τους η οποία κυριολεκτικά είναι τεράστια. Θυμηθείτε την Ολυμπιάδα. Κοιτάχτε την επόμενη φορά που θα πάρετε τον Ηλεκτρικό τι εθνικότητας είναι αυτοί που κάνουν τα (παρέκβαση: ατέλειωτα) έργα. Αν αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν ότι η προσφορά τους δεν ανταμείβεται, πώς θα νιώσουν Έλληνες αλήθεια; Η χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά τους είναι ένα πρώτο βήμα.
Εντύπωση βέβαια προκαλεί και η απάντηση της κυβέρνησης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος εγκάλεσε τον κύριο Σαμαρά επειδή άνοιξε τα σύνορα με την Αλβανία το 1992 και εισέρρευσαν εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες. Είναι η κλασική λογική Τζίμα, που είχε δηλώσει το απίθανο ότι ο Κορκονέας διορίστηκε επί ΠΑΣΟΚ. Επίσης, η απάντηση αυτή δεν έχει ίχνος προοδευτικότητας. Πολλοί από αυτούς που εισέρρευσαν τότε είναι σήμερα νόμιμοι μετανάστες και ίσως να είναι και οι ίδιοι που θα ψηφίζουν από του χρόνου στις δημοτικές εκλογές. Το να εγκαλείς κάποιον επειδή τους έδωσε την ευκαιρία να έρθουν στην Ελλάδα και να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον, την ίδια στιγμή που τους χορηγείς ελληνική ιθαγένεια, είναι τουλάχιστον αντιφατικό. Η αλήθεια είναι πως οι καιροί είναι χαλεποί και είναι δύσκολο για κάποιον να σηκώσει τα λάβαρα της προόδου. Και ίσως είναι η δεξιά στροφή της κοινωνίας που πρέπει να μας ανησυχεί περισσότερο. Γιατί ο ρατσισμός είναι μια ανοιχτή πληγή που δεν επουλώνεται με νομοθετικά μέτρα. Η στροφή αυτή της Νέας Δημοκρατίας δίνει έναν άλλο τόνο στο πολιτικό γίγνεσθαι. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που τα δύο κόμματα υιοθέτησαν τόσο ριζικά αντίθετες θέσεις για το ίδιο ζήτημα. Συνυπολογιζομένης της ιδεολογικής φόρτισης του εν λόγω ζητήματος, η πολιτική μας ζωή αποκτά ένα καινοφανές ενδιαφέρον. Ίσως να της δίνει ξανά υπόσταση. Και σίγουρα σε μια εποχή γεμάτη διλήμματα, αυτή η περίπτωση δε θα είναι μεμονωμένη. Σύντομα έρχεται η φορολογική μεταρρύθμιση, ο εκλογικός νόμος αλλά και το Ασφαλιστικό. Και εκεί θα είναι ενδιαφέρον να δούμε τις θέσεις του κυρίου Σαμαρά. Και ίσως και εμείς οι προοδευτικοί άνθρωποι να πρέπει να αφουγκραστούμε αυτά που έχει να μας πει αυτή η νέα Δεξιά του κυρίου Σαμαρά. Γιατί εμένα αυτό το «είμαστε λαός, όχι πληθυσμός» πολύ μου άρεσε…
Έτος 2010 μ.Χ. Χρονιά έντονης οικονομικής δυσπραγίας, περίοδος αναπόδραστης δημοσιονομικής στενωπού . Ημέρες ανασφάλειας, αβεβαιότητας, περιχαράκωσης. Πρώτιστα, αγωνίας για την εξεύρεση μιας αχτίδας φωτός και ελπίδας, εν ανάγκη ακόμα και εις βάρος του συνανθρώπου μας. Κακή εποχή για προοδευτισμούς και ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ώρα κατάλληλη για τις πιο γενναίες υποχωρήσεις ως προς τα τιμαλφέστερα κεκτημένα του κράτους δικαίου. Εξουδετερωμένα τα προοδευτικά ανακλαστικά του έμφοβου ακροατηρίου. Ενισχυμένες οι πιθανότητες απήχησης για κάθε αμοραλιστή δημεγέρτη.
Και ενώ όλα τα προγνωστικά προαναγγέλλουν τη σίγουρη πανωλεθρία, το κράτος δικαίου ρίχνει «εξάρες» και θριαμβεύει! Μάλλον η γέννηση του Θεανθρώπου έκανε το θαύμα της. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι μέσα στην κλαγγή της πιο αντίξοης μάχης για το μεταναστευτικό, υπερίσχυσαν τελικά οι οπαδοί της χορήγησης ιθαγένειας στους μετανάστες β’ γενιάς; Φυσικά οι αντιδράσεις δε λείπουν καθώς οι σειρήνες του εθνικισμού έκαναν αρκετά καλά τη δουλειά τους, ωστόσο εκείνο που μένει είναι το πολύτιμο σχέδιο νόμου του ΥΠΕΣ, πνευματικό και πολιτικό τέκνο δύο προσωπικοτήτων με βάθος πολιτικού στοχασμού. Αναφέρομαι ασφαλώς στους Υπουργούς Ι. Ραγκούση και Χ. Παμπούκη, οι οποίοι, χειριζόμενοι από κοινού το ζήτημα του επίμαχου νομοσχεδίου, επέδειξαν επιδόσεις «ντρίμ τίμ» ξεπερνώντας τη μέγγενη του λαϊκισμού και της εθνοσυντήρησης.
Ας παρακολουθήσουμε, όμως, εγγύτερα το προτεινόμενο νομοθέτημα, το οποίο τέμνει, όχι ένα, αλλά τρία κεφαλαιώδη ζητήματα, που σχετίζονται με το μεταναστευτικό: α) την κτήση ιθαγένειας, β) την πολιτογράφηση και γ) το δικαίωμα ψήφου ομογενών και αλλοδαπών (τρίπτυχο-ταμπού για τη συντηρητική ελληνική κοινωνία).
Α. Κτήση ιθαγενείας: Οι ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου, αναφορικά με την κτήση της ελληνικής ιθαγενείας είναι σαφείς, όσο και αυτονόητες. Μέχρι στιγμής, την ελληνική ιθαγένεια αποκτούσε από τη γέννησή του, μόνον όποιος είχε γεννηθεί από Έλληνα ή Ελληνίδα. Στο εξής προστίθενται οι κάτωθι περιπτώσεις:
1.Την ελληνική ιθαγένεια αποκτά –οικειοθελώς- το τέκνο αλλοδαπών, που έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και που ο ένας από τους γονείς του κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη χώρα επί 5 συνεχή έτη.
2.Δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια έχει και το παιδί αλλοδαπών που έχει παρακολουθήσει τις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού και κατοικεί μόνιμα στη χώρα, και ας μην έχει γεννηθεί στην Ελλάδα. Μπορεί όμως να ζητήσει την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας, μόνον αφού συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας. Αν, όμως έχει παρακολουθήσει και τις έξι τάξεις του δημοτικού, μπορεί να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια και πριν την ενηλικίωση με κοινή δήλωση των γονέων του.
3.Τέλος, το παιδί αλλοδαπών αποκτά την ελληνική ιθαγένεια ήδη από τη γέννησή του, αν είναι άγνωστης ιθαγενείας ή αν δεν μπορεί να αποκτήσει αλλοδαπή ιθαγένεια (π.χ. δεν του δίνει το εχθρικό πολιτικό καθεστώς), ή αν ο ένας από τους γονείς του έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα στη χώρα από τη γέννησή του.
Β. Πολιτογράφηση: Πολύ αυστηρότερες είναι οι προϋποθέσεις του νόμου, για όσους επιδιώκουν να πολιτογραφηθούν, για όσους, δηλαδή, επιθυμούν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια μετά την ενηλικίωση (π.χ. έχω έρθει από το Μαρόκο σε ηλικία 23 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι ούτε είμαι γεννημένος στην Ελλάδα, ούτε έχω παρακολουθήσει την βασική εκπαίδευση, ούτε είμαι πολιτικός πρόσφυγας, ενώ με βαραίνει η υπηκοότητα ξένου κράτους) . Για την πολιτογράφηση τους, τα άτομα αυτά πρέπει:
·να είναι ενήλικα,
·να μην έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για μια σειρά εγκλημάτων (μεταξύ των οποίων έχουν περιληφθεί, μάλλον ατυχώς, η προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της χώρας, η διευκόλυνση μεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύματος σε αυτούς για απόκρυψη(!) ή για παραβάσεις της νομοθεσίας για την εγκατάσταση και κίνηση αλλοδαπών στην Ελλάδα)
·να μην εκκρεμεί σε βάρος τους απόφαση απέλασης
·να διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα πέντε συνολικά έτη εντός της τελευταίας 10-ετίας πριν από την υποβολή της αίτησης. Η διαμονή στην Ελλάδα αρκεί να είναι και τριετής, αν ο αιτών α) είναι σύζυγος Έλληνα ή Ελληνίδας, β) ή έχει τη γονική μέριμνα τέκνου ελληνικής ιθαγένειας, γ) ή έχει γεννηθεί στην Ελλάδα και κατοικεί συνεχώς σε αυτήν, αλλά με ξένη ιθαγένεια. Βέβαια, αν ο αιτών είναι ομογενής ή κάτοχος ιθαγένειας κράτους-μέλους της ΕΕ, δεν απαιτείται καθόλου η χρονική προϋπόθεση της διαμονής.
·να έχει επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας
·να αποδεικνύει την ένταξή του στην ελληνική κοινωνία, καθώς και τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας […].
Όπως μπορεί κανείς να παρατηρήσει, οι προϋποθέσεις πολιτογράφησης είναι λίαν αυστηρές, διασκεδάζοντας τους φόβους όσων κάνουν λόγο για «ανθελληνικό νομοσχέδιο». Εξ άλλου, η πολύπλοκη και μακρόχρονη διαδικασία που θεσπίζεται για την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση, έρχεται να δικαιώσει το παρωχημένο πρότυπο της παραδοσιακής και εξαντλητικής ελληνικής γραφειοκρατίας. Τραβήξτε, λοιπόν, μια βαθειά ανάσα και πάμε να δούμε μαζί πώς το θεσμικό δικαίωμα στην πολιτογράφηση, περιορίζεται ή ορθότερα συνθλίβεται από τα καλολαδωμένα γρανάζια της γραφειοκρατίας. Ο ενδιαφερόμενος να πολιτογραφηθεί πρέπει να αποδυθεί στις εξής ενέργειες:
·Να υποβάλει δήλωση πολιτογράφησης στο Δήμο (λογικό)
·Να προσκομίσει αντίγραφο διαβατηρίου ή άλλου αποδεικτικού ταυτοπροσωπίας (λογικό)
·Να προσκομίσει έγκυρο τίτλο διαμονής στην Ελλάδα (προφανώς για να εξακριβωθεί ότι είναι νόμιμος)
·Να φέρει πιστοποιητικό γέννησης από τη χώρα πρώτης ιθαγενείας. Αν δεν μπορεί, επειδή είναι πολιτικός πρόσφυγας και δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του, απαιτείται η απόφαση χορήγησης πολιτικού ασύλου.
·Να υποβάλει αντίγραφο φορολογικής δήλωσης ή εκκαθαριστικό σημείωμα του τελευταίου οικονομικού έτους.
·Να καταβάλει το ιλιγγιώδες ποσό των 1.000 €, ως παράβολο!
Σε όσους βιαστήκατε να ανακουφιστείτε, νομίζοντας ότι αυτό ηταν το τέλος του καταλόγου, συνιστώ ψυχραιμία και υπομονή. Τα χειρότερα έπονται, η διαδικασία είναι δαιδαλώδης γι’ αυτό λοιπόν κρατηθείτε!
1.Ο Δήμος ή η Κοινότητα που θα πάρει τη δήλωση και τα δικαιολογητικά του ενδιαφερομένου εξετάζει την πληρότητά τους και τα στέλνει στην Υπηρεσία της περιφέρειας, που είναι αρμόδια για θέματα ιθαγενείας.
2.Η αρμόδια Υπηρεσία της περιφέρειας ελέγχει, με ρυθμούς χελώνας, αν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις πολιτογράφησης και, αν πληρούνται, εξετάζει την αίτηση.
3.Βραχεία αναμονή μέχρι η Υπηρεσία να ζητήσει και να λάβει πιστοποιητικό ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση και πιστοποιητικό μη απέλασης του αιτούντος.
4.Στη συνέχεια ο φάκελος πρέπει να διαβιβαστεί στην αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου διαμονής του ενδιαφερομένου, για να πει και αυτή τη γνώμη της για τον αλλοδαπό. Μάλιστα ο νομοθέτης της δίνει 4 ολόκληρους μήνες για να εκφραστεί!
5.Αφού επιτέλους εξεταστεί ο φάκελος, η Υπηρεσία καλεί τον αλλοδαπό σε συνέντευξη, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Η συνέντευξη διεξάγεται από ένα άλλο συλλογικό όργανο, με διετή θητεία, που ονομάζεται Επιτροπή Πολιτογράφησης. Το καλό είναι ότι η κλήση του αλλοδαπού στη συνέντευξη πρέπει να γίνεται με απόδειξη (αλλιώς είναι σαν να μην κλήθηκε). Το κακό είναι ότι αν αυτός δεν εμφανισθεί την καθορισμένη μέρα και στο καθορισμένο σημείο, απορρίπτεται το αίτημά του, άρα πρέπει να ξανακαταβάλει το παράβολο (έστω μειωμένο στα 300 €). Διασώζεται μόνο αν απουσίασε για λόγους ανωτέρας βίας.
6.Στη συνέχεια, η Επιτροπή διενεργεί συνέντευξη του αλλοδαπού, για να διαπιστώσει αν ξέρει καλά ελληνικά, αν έχει ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία, και αν μπορεί να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας.
7.Ακολούθως, η Επιτροπή διαβιβάζει τον επίμαχο φάκελο στον Υπουργό Εσωτερικών, εσωκλείοντας αιτιολογημένη εισήγησή της, για το αν πρέπει να χορηγηθεί η ιθαγένεια.
8.Τέλος ο Υπουργός αποδέχεται ή απορρίπτει το αίτημα πολιτογράφησης. Το θετικό είναι ότι ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ανακαλύψαμε και στην Ελλάδα, ότι η απόρριψη του αιτήματος πρέπει να είναι αιτιολογημένη, κάτι που ίσχυε εδώ και χρόνια σε όλα τα Ευρωπαϊκά Κράτη, εκτός από το δικό μας. Πάντως, αν το αίτημα απορριφθεί, πρέπει να παρέλθει ένα έτος από την απόρριψη, για να ξαναδοκιμάσει ο ενδιαφερόμενος την τύχη του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο νόμος, παρά τις ειδικές προθεσμίες που τάσσει για κάθε ένα από τα ανωτέρα διαδικαστικά στάδια, επιτρέπει στη διοίκηση να καθυστερήσει μέχρι και 2 χρόνια, εξετάζοντας το αίτημα, ενώ αν κωλυσιεργήσει ακόμη περισσότερο, «συγχωρείται», αρκεί να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο τους λόγους της καθυστέρησης.
Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι το νομοσχέδιο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αν και δεν πραγματώνει την πολυπόθητη υπέρβαση. Είναι μεν τολμηρό και θαρραλέο, (όχι τόσο ως προς την ουσία του -ως προς αυτήν μάλλον υπολείπεται-, όσο ως προς την αγνόηση των χαλεπών καιρών που προωθείται η ψήφισή του), πλην όμως στρουθοκαμηλίζει ως προς το κρίσιμο ζήτημα των παράνομων μεταναστών . Ας μην γκρινιάζω όμως. Το πρώτο μεγάλο θεσμικό βήμα έγινε και το μήνυμα ελήφθη, με τρόπο σαφή και κατανοητό από όλος: Ο νομικός δεσμός του πολίτη με το κράτος δεν είναι πια δεσμός αίματος. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνεται αυτό που σημείωνε κάποτε και ο συγχωρεμένος ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ότι δηλαδή «καθαρός Έλληνας είναι ο Έλληνας που πλένεται»…
Υ.Γ. Ανάλογα με τη διάθεση και την ανταπόκριση των αναγνωστών, ίσως επανέλθω με δεύτερο άρθρο, όπου θα παρουσιάζονται τα βασικά σημεία των διατάξεων για τη χορήγηση δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε αλλοδαπούς και ομογενείς. Για όσους ενδιαφέρονται να το ψάξουν μόνοι τους βλ. http://www.opengov.gr/ypes/ άρθρα 12-17.